|

Επιμέλεια Βαγγέλη Ρουφάκη
Φώτης Αγγουλές
Tελευταίο παιδί της οικογένειας
Σιδερή και Γαριφαλιάς Χοντρουδάκη ο Φώτης, γεννήθηκε στον Τσεσμέ της
Μικράς Ασίας το 1911.
Στον πρώτο διωγμό ήλθαν στη Χίο. Ο μικρός Φώτης πουλούσε ψάρια με τον
πατέρα του ενώ παράλληλα διάβαζε πολύ. Γρήγορα μπήκε στον κόσμο της
ποίησης, από τότε με το ψευδώνυμο Αγγουλές. Αργότερα άσκησε το επάγγελμα
του τυπογράφου.
Στην κατοχή πάει στην Μέση Ανατολή. Εκεί προσχωρεί στο "κίνημα" και με
τόσους άλλους κλείνεται στα "σύρματα". Γυρνάει το 1945 με την υγεία του
κλονισμένη.
Στον εμφύλιο συλλαμβάνονται με προδοσία ενώ τύπωναν παράνομη εφημερίδα
μαζί με τον Μιχάλη Βατάκη, κλεισμένοι σε μια φουντάνα. Δικάζεται σε
δωδεκάχρονη φυλάκιση και γυρνάει πολλές φυλακές ως το 1956 που
αποφυλακίζεται από την Κέρκυρα, με την υγεία του επιδεινωμένη. Φίλοι του
φροντίζουν να μπει σε νοσοκομείο, απ` όπου βγαίνει λίγο καλύτερα.
Στις 26 του Μάρτη 1964, ταξίδευε με το πλοίο Κολοκοτρώνης για τον Πειραιά,
μετά από πεντάμηνη παραμονή στη Χίο. Εκεί τον βρήκαν νεκρό, με είκοσι
δραχμές στη τσέπη…
Απ` όπου κι αν πέρασε (Χίο, Μέση Ανατολή, Αθήνα, φυλακές, νοσοκομεία,) δεν
σταμάτησε να γράφει και να αφήνει μέσα από τους στίχους του παρακαταθήκες
παλικαριάς, ανθρωπιάς και εθνικής συνείδησης.
Από τα "Άπαντα" του ποιητή έκδοση του Ομηρείου Πνευματικού Κέντρου Δήμου
Χίου, δανειζόμαστε απόσπασμα από τον πρόλογο του Γ. Διλμπόη, καθώς και
μερικά ποιήματα από διάφορες φάσεις της πολυτάραχης ζωής του.
"Όποιος καταπιαστεί με το Φώτη Αγγουλέ, το έργο και τη ζωή του, πρέπει
νάχει τρεις αρετές: Νάναι ποιητής. Να μη φοβάται και Ν` αγαπά το λαό.
Αλλιώς να σωπαίνει. Να σωπαίνει πρέπει σεμνά.
Περάσανε πάνω από τη Χίο άνθρωποι με πλούτη, με εξουσίες, με φανφάρες,
άνθρωποι απάνθρωποι, σκάρτοι, σκληροί, φαντασμένοι. Κι όλους τους έφαγε το
σκοτάδι, τους τρωει κάθε μέρα που περνά σαν νάναι θεριό η λήθη, σαν νάναι
φυσική τους κατάληξη το σκοτάδι.
Κι ένας ψαράς αγράμματος, ένας τυπογράφος μεροκαματιάρης, που ήταν όμως
ποιητής χαρισματούχος, που ήταν παλικάρι αδείλιαστο και μάρτυρας
αψεγάδιαστος, που αγάπησε την αλήθεια, που στάθηκε με ειλικρίνεια δίπλα
στον άνθρωπο και πόνεσε για το βρώμικο κατάντημα του πλούσιου και το
γελοίο κατάντημα του φτωχού, του μοιρολάτρη και βλάκα. Που αγάπησε την
ειρήνη, αυτός που υπέφερε ξεριζωμούς, πολέμους, εξορίες και διώξεις, αυτός
που πάντα βαστούσε ένα λουλούδι και τον κράτησαν χρόνια και χρόνια οι
φυλακές σαν λουλούδι. Κάθε μέρα που περνά γιγαντώνει και λάμπει πιο πολύ.
Γιατί η Ιστορία όπως πάντα άλλα ορίζει…"
Σ` ευχαριστώ
Νησάκι μου ολοπράσινο, ανθοπλήμμυρο, μυρολουσμένο,
φιλόξενο, μυριόχαρο και πολυαγαπημένο,
σ` ευχαριστώ και σ` αγαπώ και δεν ξεχνώ πως μούγινες
μητέρα της ορφάνιας μου, πατρίδα του ξενιτεμού μου,
και κοίμισες τον πόνο μου, μες στ` άνθια σου και μούδωσες
το χάδι της παρηγοριάς, στις νύχτες του καημού μου.
Και τώρα, ιδές, όπως κεντά το σκίνο η Χιωτοπούλα
για να δακρύσει τ` ακριβό κι ευωδιαστό μαστίχι,
όμοια κι η σκέψη μου, κεντά το σκίνο της αγάπης μου,
για να κυλήσουν μιας βαθιάς ευγνωμοσύνης δάκρυα ,
και να σου γίνουν στίχοι.
Στη μάννα
Μανούλα, τα μωρά θα πεθάνουν στις κούνιες τους.
Θα σκοτωθούν οι έφηβοι άδικα.
Θα μαραθούν τα λουλούδια στις γλάστρες
κι εσύ, να μην περιμένεις
να πραγματοποιήσεις κανένα σου όνειρο…
Αυτό… είναι Πόλεμος.
Μόνο η ψυχή σου
Χρόνια και χρόνια η φυλακή, σε παίδεψε η
στρίγγλα.
Αφ` το χλωμό σου πρόσωπο το γέλιο έχει σβηστεί,
μόνο η ψυχή σου ξάγρυπνη κι ολόρθη σε μια βίγλα,
δε λεει να κουραστεί.
Γιόμισε νύχτα το κελί αφ` τον μικρό φεγγίτη,
κι εσύ, ούτε το κατάλαβες. Που νάχεις ξεχαστεί;
Ποιες σε τραβούνε ξωτικές, παράξενε εραστή;
Σαν τι να οραματίζεσαι μαρτυρικέ προφήτη;
Επιστροφή
Νάμαι, ξανάρθα πίσω.
Κι έχω τραγούδια να σας πω πολλά
μα πριν σας τραγουδήσω,
που ειν` τα κρίνα;
Που είν` τα γιασεμιά;
Έχω μια θλίψη να κοιμίσω.
Θα φύγω
Για ένα ταξίδι θα φύγω - ποιος το ξέρει;
Μ` ένα καράβι; με φτερά πουλιού; μ` ένα μαχαίρι;
………………………………………………………………
Κι αν είναι οι νύχτες όμορφες πολύ και το νησί μου
στις μυρωδιές του Γιασεμιού και του Διατσίντου είναι λουσμένο,
τόσο πολύ με πίκραναν κι οι ξένοι κι οι δικοί μου,
που εγώ δεν έχω ν` αγαπώ τίποτα εδώ και να προσμένω.
|