|
Ζώντων
και τεθνεώντων
Η πεζούλα υπάρχει ακόμα. Και το κιμπάρικο
πόρταιο υπάρχει! Ν` ανοίξω την πόρτα; Νάμπω μέσα; Κρυαίνει η ψυχή
μου! Τώρα πια εν μένει κανείς στο πελώριο πατρογονικό. Μια γρηά
μονάχα που εν είχεν καμωμένα παιδιά, νύφη του σογιού, επόμενενε στα
τελευταία στη σκοτεινή σαλοκάμερα.
Έρημη και σκότεινη! Εσκόρπανε κι όσες φωτογραφίες εβρίσκουντανε στις
κάντερες και στα ντουβάρια. Τις ήδινενε, τις θέλανε εν τις θέλανε,
στ` ανήψια τ` αντρού της, για να μη βλέπει όσους έ ζιούνε πια, σαν
που τους θένε ευτές! Λένε ψέματα οι φωτογραφίες! Μα πες, πες, τις
πιστεύγεις και στο τέλος οι άθρωποι μένουνε στον εμυαλό μας, όχι σαν
που ήτανε πράγματις αλλά ότι λογιώς τους δείχτουνε οι φωτογραφίες.
Κάποτες της είπανε πως είχανε στο μαγνητόφωνο κουβέντες του
συχωρεμένου τ` αντρούς της, μα εν ήδωκενε σημασία!
Εθάρριενε, πρέπει, πως είναι κ` οι μιλιές στα μαγνητόφωνα, σαν τις
φωτογραφίες. Δική τος γνώμη. Όχι οι αγάπες της, οι έχτρητές της και
τα παράπονά της, τα πραγματικά.
Πριν εκατό τόσα χρόνια τ` αγόρασενε, παλιά και τότες, τούτα τα
σπίτια, ο κύρης τ` αντρού της. Γιοί, κόρες, γαμπροί, νύφες, κόπος,
πόνος, αναγάλλιαση κι οργή και αίματα (σκοτωμός του πρώτου γιού στο
λαγούμι που βγάζανε μολυβόχωμα για τις σκεπές τω σπιτιώ) μπεγόνιες,
κλήματα, χελιδονοφωλιές στην κόρδα των κεραμιδιών του τσαρδακιού.
Αλυγαριά στο ανήβασμα από τον κάτω αυλόγυρο-κηπάρι, στον απάνω με τα
σπίτια του προπάππου. Μισοσκότεινη κουζινάρα που εχώνουντανε στα
σπλάχνα του βουνού. Απόξω κάμερες κρέμουνταινε ψηλά, απάνω απέ τα
σπίτια του χωριού, που είναι σκαρφαλωμένο μπουτσουλάδι στους βράχους
της πλαγιάς. Σκεπαστό τσαρδάκι ανάμεσα στις όξω κάμερες, να πίνεις
το ρακί σου, καθισμένος μπαϊλντισμένος στις πεζούλες του και να
βλέπεις κάτω το καμπαναριό, την Εκκλησιά του χωριού, τα Καμπόχωρα,
τον Άγιο Μηνά, το Μεγαλιμνιώνα και τα βράδια τα φώσια στα παπόρια
που ταξιδεύουνε για τον Πειραία.
Το "Πελώριο Πατρογονικό" στα
Λαγκαδάκια του Δαφνώνα (άποψη)
Πλατύσκαλο στην κορφή απότομης αψηλής
πέτρινης, σκουροκόκκινης σκάλας. Βήμα δάκρυου αποχαιρετισμού
πρόσκαιρου ή παντοτινού και του «καλώς όρισες» στον πάντα για λίγες
μέρες γυρισμό από τις ξενητιές. Απεκεί απάνω το συχάριασμα της
γιαγιάς στα παιδιά που ανηβαίνουνε τη σκάλα. Απεκεί και η θέα των
κορώ με τις στάμνες στον ώμο, με τις πεσέτες που ανηβοκατηβαίνανε
για το καθημερινό ίδρω και τ` άγιασμα της βρύσης. Δόξα σοι ο Θεός!
Αθλοφόρε Άγιε και ιαματικέ Παντελεήμων.
Κι ο πολίτικος κι ο συλιβριανός συρτός ν` ακούεται τη νύχτα του
πανηγυριού από τα αγγονάκια στις όξω κάμερες, που τα βάζανε στο
κρεβάτι να μη ξενυχτούνε στο λειβάδι και να μένει το βιελί και το
κλαρίνο στην ψυχή τος να τ` ακούνε ίσιαμε τα τέλη τος. Κι εγκομάχανε
η γρηά μέσα στα φαντάσματα. Ο κουρσάρος την επαράτησενε τελευταία.
Μονάχη της!
Της εχάρισενε, κατάδικό της, τούτονά το χάος, ο τρισκατάρατος!
Τον οχτρεύουντανε η ψυχή της όσον επέρνανε ο καιρός ώσπου ήπαψενε να
τονε τρέμει και μέσα στη φούρκισή της σβούρνισενε, τόσον δυνατά, στα
μούτρα, τα φαντάσματα, που εκόλλησανε απάνω του κ` επήανε μαζί του
στον αγύριστο!
Στο τέλος για καιρό ελευτερώθηκενε! Ήμεινενε χωρίς θύμισες, χωρίς
τίποτις! Εδεδέτσι την ήβρανε μιαν ταχινήν οι γειτόνοι, πεσμένη απε
το κρεβάτι της, να γελά μέσα σ` ένα φεγγάρι αίμα που εν εμπορούσανε
να καταλάβουνε από πού ήβγαινε!
Κι ανεστήθηκενε! Επέταξενε, σα ψυχή, απε την ιστορία μέσα στις
πρασινάδες του Κάμπου και τα πούλουδά του σ` ένα μελλούμενο, κοντά
στην Αγιοδεκτεινή, στο γηροκομείο. Μέσα σε μια ζωγραφιά, που αψηλά,
απε το χωριό της την ήβλεπενε ή την εφανταζούντανε μα εν
επρολάβαινενε να τηνε βάλει στην καρδιά της.
Τώρα α μου πεις είντα θα κάμουνε τα χελιδόνια με τη φωλιά τους στην
κόρδα του πατρογονικού άμαν με την άνοιξη, γυρίσουνε;
Ε βαριέσαι! Σίγουρα, ώσπου να βαρεθούνε και να τον παρατήσουνε στην
κακία του, θα τον παίρνουνε στο μαϊτάπι, τον κουρσάρο, που του
ξέφυγε η γρηά από το φρικτό Ιερό.
Εγώ, να μου πης όμως, εγώ είντα να κάμω; Ν` ανοίξω την πόρτα;
Ντιριέμαι. Ψιχαλίζει…
Ένας απέ τη Χίος |