Επί
κοκκίνας
Η
«Κοκκίνα» ήταν
μουλάρι μεγαλόσωμο, λεβέντικο, το θομούμεστενε
νέο ακόμα, με στρογγυλά και γυαλιστερά, απέ το
καλοτάισμα, καπούλια. Είχεν τη χάρη και τ'
ανάστημα του κυρού της, αλόγου απέ το Βερβεράτο
και τα κότσια της μάνας του, της γαδούρας απέ το
Χαλκειός.
Μα πάνω απ' όλα είχε την περιποίηση και το
μερακλήκι του Γιώργη του Δαφνούση, του γεωργού
και χτίστη, που την είχε παρμένη απ' εξαμηνί, απέ
τον Στρατή το Χαρκούση.
Το σαμάρι, η μεσιά κ` η πισθιά πάντα καινούργια,
γιατί άμαν ερκέβγανε να ξεφτίζουνε ή να
βρωμίζουνε, τ' άλλαζενε στον πιο μερακλή σαμαρά
της Χώρας. Τα μπακιρένια καρφιά απάνω στο σαμάρι
εστράφτανε και το πεύκι με τα χρωματιστά του
σκέδια, ντύσιμο του σαμαριού, εμίλιενε. Ο κετσές
από μέσα ήταν ο πιο μαλακός που μπόργιενε να
βρεθεί, για να μην ενοχλεί την πλάτη του ζου να
τήνε χαδέβγει.
Μα, έλα που η Κοκκίνα ήτανε για δουλειές κι όχι
για βόρτες, σιργιάνια και διασκέδαση! Ο Γιώργης,
βλέπεις, ήτανε χτίστης και γεωργός και φαμελίτης
με δέκα στόματα, γιατί μαζί με τα παιδιά και τη
γυναίκα του πρέπει να λογαριάσομενε και τη μάνα
του, που κάντανε στα γέρη της στο καμεράκι, κάτω -
κάτω στη σκάλα, κοντά στο σκεπαστό του φούρνου κ'
εμύριζενε με μια φιλονάδα της ταμπάκο κ'
εφτερνίζουντανε κ' ενεγαλλιάζανε οι καμένες.
Τι λογιώς, λοιπόν, να μη βρωμήσει και να μη
ξεφτίσει το σαμάρι της Κοκκίνας που ήπρεπενε,
πριν αρκέψουν το πρωί τα χτίρια, να πα στου
Φράγκου φορτωμένη κοπριά και να γυρίσει με
φόρτωμα πρίνους για το φούρνο, ας πούμενε, κ`
ύστερις να πα το Γιώργη στο χτίριο κ' εκεί να
κουβαλεί καντούνια πέτρες αγώι με τον παραγιό ή
τσουβάλια τσαίλι;
Εδώ σε θέλω! Εν εγίνουντανε. Μα εγίνουντανε πάλι,
για το Γιώργη, να βγαίνει η Κόκκινα απέ το στάβλο
απεριποίητη; Όλην την ώρα θα φώναζενε στους γιους
και στους παραγιούς του να προσέχουνε μα εν
εφώναζενε! Εν εχρειάζουντανε να φωνάζει, γιατί
όλοι εξέραν πια την αδυναμία του και την
εσέβουντανε και επειδή ήτανε πάντα σοβαρός και
πίζουλος, με λόγια, ούτε λίγα ούτε πολλά, μα όσα
ήπρεπενε, εν τόνε παίρνανε στο μαϊτάπι, σαν που
παίρνανε οι Χιώτες και το παραπαίρνανε κιόλας,
αμάν το εσήκωνενε κανένας.
Πού του Γιώργη τέτοια πράματα!
Μια βολά, λε, επέταξενε του γιου του το σφυρί,
σίδερο βαρύ, γιατί εστραβόχτισενε μια κόκκινη
θυμιανούσικη πέτρα δίπλα σ' ένα μαυρειδερό
καντούνι απέ το Καναβουτσάτο. Και το
στραβόχτισμα ευτό ήτανε μια ιδέα, ένα τίποτις, μα
που το μάτι του Γιώργη τό 'βλεπενε πελώριο.
Είντα ήμεινενε άραγες απ' ευτόν τον άνθρωπο να
μας τόνε θυμίζει και σήμερις; Ήχτισενε, ήχτισενε
κ' είντα εν ήχτισενε στα εβδομήντα τόσα χρόνια
που ήζησενε! Μα ποιος θυμάται τώρα πια, ποια
είναι; Ποιος θυμάται και τον ίδιονε, αφού τα
παιδιά του ακόμη -όξω απέ μια γρηά κόρη- εν ζιούνε
πια! Μα κι όσοι τον εγνωρίσανε καλά, και ζιούνε
ακόμη, εν τους αφήνουν τα βάσανα της ζωής και των
γερατειών, να σκέβγουνταινε τους παλιούς έναν -
ένανε. Μα κι αν πάνε καμμιά βολά να μιλήσουνε -άμα
θυμάσαι και σκέβγεσαι, θες ο καμένος να μιλήσεις
κιόλαςτους αποπαίρνουνε τα παιδιά και οι νέοι,
«ου καλέ! Τα ίδια και τα ίδια μας λες και το ξεχνάς
πρέπει!».
Τόση η όρεξη τος να σ' ακούσουνε που και να μην
έχεις ποτέ μιλήσει για κάτι τις ή κάποιονε παλιό,
οι νέοι θαρούνε πως σε ξανακούσανε και σε
βαριούνταινε. Πού να θυμούνταινε, λοιπό, ή να
κάμνουνε κουβέντα οι σημερινοί και για την
Κοκκίνα, το σύντροφο του στα τελευταία χρόνια της
ζωής του Γιώργη, του μερακλή του μουστριού και
του τσαταλιού; «Με το μουστρί μας ήζησενε», ήλεενε μια του κόρη. Με το μουστρί.
«Ήχτιζενε, εδιηγούντανε
η γυναίκα του στα πανόχωρα, και το Σάββατο
εγύριζενε κ' ήφερνενε με το μουλάρι απέ τη Χώρα
ένα τσουβάλι αλεύρι να το ζυμώσω, ωχονούς, και να
περιμένουν τα παιδάκια στην αράδα να βγάλω την
κουλούρα ζεστή - ζεστή απέ το φούρνο, να την κόψω
κομμάτια, να τ` ανοίξω ένα - ένα να βάλω μέσα λάδι
και κομματάκι ζάχαρη -εν παίρνω όρκο πως μούπενε
και για ζάχαρη- κ` ευτό πια εν ήτανε μονάχα το
γλυγούδι τος, μα και η μεγάλη χαρά τος. Το
παναγύρι τος κάθε βδομάδα.
Για την Κοκκίνα ήρκεψα να σας μιλώ, Μπουρλή και
Τζαννή μου και καλή συντροφιά, μα βλέπεις μέσα
στην εικόνα της θύμησης μου τι λογιώς να
μπόριουνε να την δω μοναχή της, χωρίς δίπλα σ'
ευτήν και τους κατόχους της, το γέρο Γιώργη το
βρακά με το βελουδένιο κούκκο, τις γκέτες και τις
μαύρες κουντούρες και την πατατούκα το χειμώνα
στα βουνά, στους ποταμούς και στους κάμπους της
Χίου, απέστοτες που γεννήθηκενε απέ γονιούς που
ήτανε οι χαροκαμένοι της σφαγής, ίσιαμε
πούκλεισενε τα μάτια του πριν απέ το δεύτερο
μεγάλο πόλεμο;
Η Κοκκίνα!
Ας της βάλω της λεβέντισσας τα καλά της, με
ζωγραφιά τελειώνοντας την κουβέντα μου γι' αυτήν.
Ας της στολίσω τ' αυτιά και τα καπίστρια με τις
πασχαλιές τ' Άγιου Γιωργιού, τις μερσινιές όλο το
χρόνο και τους βασιλικούς του Σταυρού, σαν
πούρχουντανε στον Κάμπο για να κουβαλήσει με το
άλλο μουλάρι, την «Καστανή», τα
εγγόνια του Γιώργη στα παναγύρια του Δαφνώνα.
Γέλια, τραγούδια και χαρές. Τρεις μέρες το
παναγύρι τ' Άγιου Παντελέμονα.
Ω, ευτή η στράτα της Κοκκίνας η πιο ξεκούραστη κ' η
πιο ταιριαστή για το μερακλήκι της!
Κάμπος, Βασιλειώνοικο, Χαρκειός, Βερβεράτο, η
βρύση στο έμπα τ' ανηφορικού Δαφνώνα με τις κόρες
του χωριού γελαστές και κελαδιστές να γεμίσουν
τις στάμνες. Στράτα χαράς που εν τελειώνει ποτές!
Ένας απέ την Χίος |