|
|
Μικροί Καραγκιοζοπαίκτες
Του Κώστα Αμπανούδη
Από την πρώτη
φορά που τον είδαν, παράξενο καμπούρη και ξύπνιο
φωνακλά στο λερό πανί, μαγεύτηκαν. Ήτανε στη
μεγάλη ταβέρνα η παράσταση, ένα βράδυ του
χειμώνα. Διψούσαν για θεάματα. Δεν ήξεραν
καλά-καλά ούτε τον κινηματογράφο τα
χωριατόπαιδα.
Ο φτωχός πλανόδιος καραγκιοζοπαίχτης που
συμπλήρωνε τα νούμερά του με επίδειξη σωματικής
ρώμης, (έβαλε κάποιον κάποτε να του σπάσει με τη
βαριά μια πλάκα στο στήθος), έγινε ο μάγος και ο
πρώτος τους δάσκαλος.
Μάταια όμως τον περίμεναν να ξανάρθει. Μικρές και
σκοτεινές, άχαρες για τις παιδικές ψυχές οι
Κυριακές που περνούσαν με άκαρπη προσμονή. Στο
τέλος το πήραν πια απόφαση. Εκείνος ή ταίρι του
άλλο, δεν θα ξαναπατούσε στο μικρό τους χωριό. Δεν
τους είχαν ικανοποιήσει φαίνεται, οι λειψές
εισπράξεις και οι πολλοί τζαμπαζήδες.
Και τ` αποφάσισαν το καλοκαίρι εκείνο που μάθανε
όπως-όπως από τους γέρους πως να φτιάχνουνε τις
φιγούρες τις μαγικές. Τ` άλλα ήταν για τα παιδικά
τους μυαλά, απλή δουλειά! Μια πόρτα ανοιχτή, ένα
άσπρο πανί (σκέπασμα από κάποιο μπαούλο ή το
τραπεζομάντιλο), ένα κερί για τις σκιές, ένα
κουδούνι και οι...θεατές.
Η πρώτη δοκιμή έγινε στην πόρτα του
ορνιθώνα της γριάς γειτόνισσας. Οι όρνιθες, όπως
κι η κουφή αφεντικίνα τους κοιμούνται νωρίς,
έκαναν την απλή σκέψη. Στο πρώτο μούχρωμα θ`
άρχιζαν. Ο παιδόκοσμος είχε ειδοποιηθεί και
αγωνιούσε.
Τα εισιτήρια ήταν μισή δραχμή για τους μικρούς
και μια δραχμή για τους μεγάλους. Δωρεάν ήταν για
όσους απένταρους απειλούσαν πως θα ξυπνούσαν τη
γριά, για την αυθαίρετη κατοχή του κοτετσιού της,
για όσους έφεραν υλικά για την παράσταση ή
καθίσματα και για δυο-τρεις που δίνανε σωστές
συμβουλές για την καλυτέρευση και αξιοποίηση των
καλλιτεχνικών τους προσπαθειών.
Αποτύχανε όμως στην πρεμιέρα, γιατί κάποιοι
«διάβολοι» τους γιουχάισαν. Οι άγριες φωνές τους
ξύπνησαν τις όρνιθες που άρχισαν να φτεροκοπούν
στα παρασκήνια, ενώ οι δυο πετεινοί κάμνοντας το
μεγάλο πήδημα βρήκανε πέρασμα πάνω απ` την
κλειστή οθόνη κι επιτεθήκανε στα μουτράκια των
μικρών θεατών που καθόταν σταυροπόδι μπροστά
μπροστά. Η παράσταση τελείωσε άδοξα και τα
εισιτήρια επεστράφησαν...
Σε καμιά δεκαριά μέρες ξαναδοκίμασαν. Τούτη τη
φορά σε ανώγειο. Ανοικτό πλατύ μπαλκόνι στο σπίτι
του συνεταίρου και με θέα προς τη θάλασσα. Για
στύλους της αυλαίας χρησιμοποίησαν τα
στηρίγματα της κρεβατίνας της κληματαριάς και το
τουλουπάνι της γιαγιάς, κρυφά παρμένο για οθόνη
καλλίτερης ποιότητας. Ξήλωσε όμως όπως το
τραβούσαν για να φθάσει στην άκρη.
Τους αντιμαχόταν και ο αέρας που σβούσε όλη την
ώρα το κερί.
Πάντως, αρκετές περπατησιές και τούμπες του
Χατζιαβάτη και του Καραγκιόζη, καθώς και η φωνάρα
του Μπάρμπα-Γιώργη έφτασαν στο νοήμον κοινό. Έτσι
κι αλλιώς έβγαλαν το άχτι τους. Στο τέλος κάποιος
ενθουσιασμένος μπόμπιρας ανέβηκε με το σκοτάδι ο
αθεόφοβος, στα κεραμίδια του σπιτιού και άρχισε
με μια μπουρού να τραγουδά «λαϊκά άσματα» για
συμπλήρωμα της τέρψης των θεατών και ακροατών.
Η παράσταση σώθηκε εκείνο το βράδυ και ξανάζησε
μερικά βράδια ακόμη. Οι εισπράξεις δεν
επεστράφησαν. Στην τελευταία παράσταση όμως από
ατζαμοσύνη του βοηθού έγειρε το κερί και κάηκε το
σενάριο του έργου...
Η νυχτερινή ανταύγεια, η θάλασσα στο βάθος της
Ανατολής και η γεύση του αγέρα, οι μικροθεατές, τα
τριζόνια και η κατανυκτική σιωπή όλων, μπροστά
στους ερασιτέχνες, αναπλήρωναν και
τελειοποιούσαν με τη φαντασία και τη λαχτάρα της
το πρόχειρο σκηνικό και τους αυτοσχεδιασμούς
τους.
Κάποιοι μεγάλοι τους ειρωνευόταν (θέλοντας να
δείξουν κουτοπόνηρα την εξυπνάδα τους, γιατί
είχαν δει στην πόλη πραγματικό Καραγκιόζη με
τέλειες φιγούρες και συνοδεία μουσικών), με
χωριάτικα πειράγματα, αλλά και τους θαύμαζαν
κρυφά, γιατί κάτι περίμεναν απ` αυτούς τους
μικρούς παράξενους που μόνοι τους δεν θα
μπορούσαν ποτέ να το νοιώσουν, ούτε και να το
κατορθώσουν.
Πρωτοδημοσιεύθηκε
στο περιοδικό
«Περιηγητική Χίου»
τεύχος 64 / 9-1980 |
|
|