Εξώφυλλο  Το λιβάδι (2)  Της θάλασσας  (20)  Ευχαριστούμε θερμά-2  Μέλη, Φίλοι, Χορηγοί-3  Κωνσταντινούπολις   Μεγάλη Κληρονομιά-4

Μπουρλής - Τζανής-9   Μικροί καραγκιοζοπαίχτες   Βραβείο σε ομογενή-11   Ο Δαφνώνας ξεδιψά τη Χώρα-12   Συνεργάτες-13

Ανέκδοτα Ποιήματα-13    Αγίασμα Παναγίας Βλαχερνών-(14)   Του διαβόλου η μάνα-16   Μιχάλης Περπινιά-19    Κοντά στον Γ.  Μουτάφη-21

Πλήξη-21   Το αρχείο μου-22   Πρωτόκολλα-24   Γράμματα-25   Πως ήθελα-26   Γνωρίζετε ότι..-26  Μπαλουκλί-27   Οπισθόφυλλο

  

 

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
(Απόσπασμα)  Ν. Α. Κοντόπουλος

.Είχε νυχτώσει πια. Μεγάλες φωτιές φώτιζαν τώρα το εχθρικό στρατόπεδο. Τα πλοία τους φωταγωγημένα τη θάλασσα φώτιζαν κι εκείνα. Ένας πύρινος κύκλος έπνιγε με τις γλώσσες του τις φοβερές τη Βασίλισσα Πόλη.
Οι Χριστιανοί δεν έχασαν το θάρρος τους. Είχαν υπομονή ανεξάντλητη και πίστη μεγάλη στο θεό. Ο θρυλικός ναός, η Αγία Σοφία, νωρίς από κόσμο και κόσμο είχε γεμίσει.
Ποτέ ως τώρα τόσο πλήθος δεν είχε συγκεντρώσει. Γινόταν λειτουργία και είναι η τελευταία, που έγινε σ' αυτή.
Οι συγγενείς του βασιλέως, οι τιτλούχοι της Αυλής, οι ευγενείς, οι άρχοντες, οι στρατιωτικοί αρχηγοί και οι πολεμιστές, όσοι δεν ήσαν στα τείχη, το άμαχο πλήθος, φτωχοί και πλούσιοι, να βρουν εκεί μια θέση έτρεξαν. Μόνο ο βασιλικός ο θρόνος ήταν ακόμη άδειος.
Η Εκκλησία την πλατειά της σκέπη άπλωσε, παρηγοριά και θάρρος να τους δώσει. Ανάμικτοι όλοι, χωρίς καμιά διάκριση κοινωνική, γονατιστοί, με μια καρδιά και μια ψυχή σαν ένας άνθρωπος, τη θερμή προσευχή τους ένωναν προς τον Παντοδύναμο για τη σωτηρία «της θεοφυλάκτου πόλεως».
-Σωσον, Κύριε, τον λαόν Σου!
Αργά αργά και με κατάνυξη πρόβαινε η λειτουργία. Ο Κωνσταντίνος κάποια στιγμή με ελάχιστους αξιωματούχους έφιππος έφθασε στο ναό μπροστά. Ο πολεμιστής θυμήθηκε του χριστιανού το χρέος.
Ο βασιλιάς των λίγων ανθρώπων να παρουσιασθεί στο βασιλέα όλου του κόσμου ερχόταν, την επιείκεια του να ζητησει.
Κατέβηκε από το άλογό του και στο ναό από τις λεγόμενες βασιλικές πύλες μπήκε. Περνώντας την κεντρική διπλή σειρά των κιόνων έφθασε στο βασιλικό το θρόνο. Δεν κάθισε όμως, ούτε όρθιος στάθηκε. Γονάτισε και σιωπηλά τα χείλη του σε προσευχή σάλευαν. Γύρω σε όλο το ναό όλόθερμα τα δάκρυα των πιστών έτρεχαν και θερμές ανέβαιναν οι παρακλήσεις των.
Η Μεγάλη Εκκλησία ήταν γυμνή από τα πολύτιμα σκεύη της. Και τα αφιερώματα θυσιάστηκαν κι αυτά για τον αγώνα, σπαθιά κι ασπίδες και τόξα για να γίνουν. Μόνο τα φώτα από τους πολυελαίους, η λάμψη από τα πολύχρωμα μάρμαρα -λευκά, τριανταφυλλένια, κόκκινα, πράσινα, γαλάζια, σμαραγδένια- τα μάρμαρα χίλιων τόπων και χίλιων λατομείων, και τα χρυσογάλαζα ψηφιδωτά κάποια μεγαλοπρέπεια δίνουν και τις σιωπηλές εικόνες και τα θλιμμένα τα πρόσωπα των Χριστιανών φωτίζουν.
Και οί ψαλμωδίες του χορού και οι ευχές του κλήρου κατανυκτικά ανεβαίνουν του Παντοκράτορος το έλεος ζητώντας: -Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου!
Έξαφνα οι στεναγμοί παύουν και ο θόρυβος βουβαίνεται. Σε όλον τον απέραντο ναό άλλο τι δεν ακούγεται παρά η φωνή του λειτουργού : - Μετά φόβου θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε . . .
Ο Παλαιολόγος σηκώνεται και προς την Ωραία προβαίνει Πύλη. Τα βασιλικά του ιμάτια σκονισμένα είναι ακόμη από της ημέρας τα τρεχάματα. Τα μάτια του δακρυσμένα, στο πρόσωπό του ζωγραφισμένος ο πόνος, αλλά το βήμα του σταθερό. Την απόφασή του φανερώνει, που και απόφαση όλου του λαού είναι:
Να πεθάνη για την τιμή της πατρίδας.
Βγάζει το βασιλικό του στέμμα και γονατίζει τρεις φορές εμπρός στην εικόνα του Λυτρωτού και της Θεομήτορος. Ευλαβικά κινεί τα χείλη. Συγχώρηση ζητεί. Έπειτα σηκώνεται,
κρατεί με βία τους λυγμούς που τον έπνιγαν, και τα βλέμματά του στο πλήθος στρέφει.
-Χριστιανοί, συγχωρήσετε τις αμαρτίες μου, και ο Θεός ας συγχώρησει τις δικές σας ! . . . είπε.
-Ας είσαι συγχωρημένος! του απαντούν εκείνοι χωρίς και να μπορούν το θρήνο να κρατήσουν, που τους θόλους του μεγάλου ναού πλημμύρισε.
Και οι γυμνοί οι τοίχοι επανέλαβαν πένθιμοι λυγμούς και συγχώρηση:
-Ας είσαι συγχωρημένος ! . . .
Παίρνει κατόπιν από του λειτουργού τα χέρια, όπως συνήθιζαν οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες, το δισκοπότηρο, το ασπάζεται και κοινώνησε.
Ο λειτουργός ψιθυρίζει δακρυσμένος :
-Μεταλαμβάνει ο δούλος του θεού Κωνσταντίνος . . .
Τη νύχτα εκείνη όλοι με την αυτή αγάπη και απόφαση κοινώνησαν. Να συγχωρήσουν ο ένας τον άλλον και να πολεμήσουν και να πεθάνουν για το Θεό και την πατρίδα, παρά να ζήσουν σκλάβοι των απίστων. Κι ενώ αυτά στο ναό ακόμη συνέβαιναν, ο Παλαιολόγος στα ανάκτορά του έτρεξε. Δεν πήγαινε να δώση τις βασιλικές του διαταγές. Σαν  ένας ταπεινός Χριστιανός από τους άλλους ανθρώπους, που ήσαν υπηρέτες του, συγχώρηση νά ζητήσει πήγαινε.
-Συγχωρήστε με! τους είπε, την ψυχραιμία του προσπαθώντας να κράτησει. Οι γέροι αυλικοί και οι υπηρέτες του Παλατιού με κλάματα και θρήνους συγχώρησαν τον αγαπημένο τους αυτοκράτορα. Αλλά κι ο Κωνσταντίνος δεν κρατήθηκε. Ξέσπασε σε δάκρυα. «Και από ξύλο ή και από πέτρα αν ήταν ένας άνθρωπος, δε θα μπορούσε να μη θρηνήση την ώρα εκείνη», μας λέγει ένας σύγχρονος, που με τα μάτια του είδε τη σκηνή. Η μεγάλη ώρα της αγάπης και της συγγνώμης πέρασε. Η νύχτα προχωρεί βουβή, ενώ μαύρα σύννεφα τον ουρανό σκεπάζουν. Μόνο η φωνή του φρουρού διακόπτει πότε πότε την παγερή ησυχία:
-Φύλακες γρηγορείτε! . . .
Στην ερημιά αυτή ο Κωνσταντίνος, έχοντας μόνο συνοδό τον ιστορικό Φραντζή, κάλπασε προς τα τείχη. Θέλησε να εμψυχώση άλλη μια φορά τους υπερασπιστές. Έναν έναν τους πύργους γύρισε, μία μία τις πύλες επιθεώρησε. Είδε όλους τους φρουρούς και όλους τους φύλακες και θάρρος έδινε, τα τείχη να φυλάγουν άγρυπνοι. Λίγο όμως πριν να ξημερώσει η αυγή, τη νυχτερινή βουβαμάρα οι σάλπιγγες ταράζουν. Οι Τούρκοι έκαμαν την τελική τους επίθεση. Ο Μωάμεθ άγριος την Πόλη να πάρουν πρόσταξε.
Οι Έλληνες στα τείχη σπεύδουν τα στήθια τους προβάλλοντας. Πρώτος κι ο Κωνσταντίνος έφθασε.
-Στο καλό και ο θεός μαζί σας ! . . .
Μέσα στη μάχη οι τελευταίοι χαιρετισμοί τους έσβηναν. Την άλλη μέρα ο γενναίος αυτοκράτορας των Ελλήνων έπεσε ηρωικά ανάμεσα στους πολλούς, στου Ρωμανού την Πύλη, σαν ο τελευταίος στρατιώτης. Ο θάνατός του σφράγισε τη μεγάλη, που μας άφησε, κληρονομιά, δίνοντας αξία στα αναφαίρετα γι' αυτή δικαιώματά μας.
Την ίδια μέρα και η άπαρτη βασιλεύουσα είδε το μισοφέγγαρο στα τείχη της, τ' ανάκτορα, τους ναούς της, περήφανο για τη νίκη του να κυματίζη. Η κόρη του Κωνσταντίνου, η ξακουστή Κωνσταντινούπολις, που ήταν «σκέπη της πατρίδας, καταφύγιο των Χριστιανών, έλπίς και χαρά όλων των Ελλήνων και καύχημα της Ανατολής», στα πόδια του Σουλτάνου γονατίζει, μα το μέτωπο ψηλά κρατεί.
Κι η Δέσποινα ταράχτηκε, και δάκρυσαν οι εικόνες ! . . .
Με την άλωσή της έσβησε πια η ζωή της Βυζαντινής μας Αυτοκρατορίας. Ο Μωάμεθ έγινε καινούργιος αφέντης της. Το Ελληνικό το Έθνος όμως δεν έσβησε, ούτε τη μεγάλη του κληρονομιά λησμόνησε. Με την ανάμνησή της στα χρόνια της μαύρης σκλαβιάς του, έζησε.
Κάτω από τα ερείπια και τις στάχτες, η νέα Εθνική σπίθα σύγκαιρα ξεπήδησε, στη ζωή δίνοντας καινούργιο σκοπό. Τα χείλη του Γένους από την πρώτη στιγμή ψιθύρισαν:
Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύζεις. Πάλε με χρόνους, με καιρούς, πάλε δικά σας θα είναι ! . . .