ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΕΡΠΙΝΙΑΣ
Ο ΜΟΥΣΙΚΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ
Η συγκίνησή
μου υπήρξε απερίγραπτη όταν πρόσφατα έλαβα μια
φωτογραφία τραβηγμένη γύρω στα 1954-1955 μέσα στον
ιερό ναό Παναγίας Λετσαίνης, που δείχνει τον
μεγάλο μουσικολόγο, μουσικοδιδάσκαλο και
ιεροψάλτη, ιατρό Μιχαήλ Ν. Περπινιά με τη χορωδία
του. Όλα τα μέλη της χορωδίας ήταν μαθηταί του
Μιχαήλ Περπινιά, μεταξύ των οποίων είχε τη μεγάλη
τιμή να συμπεριλαμβάνεται και ο γράφων.
Τη φωτογραφία αυτή την ανακάλυψε στο αρχείο του ο
φίλος και συμμαθητής στη μουσική κ. Γεώργιος
Ζύμαρης, ο οποίος είχε την ευγένεια να την
ανατυπώσει και να τη στείλει σε όλους μας.
Η φωτογραφία αυτή, πέραν από τις αναμνήσεις και
συγκινήσεις που επανέφερε στη μνήμη, με έκανε να
αναλογισθώ την τεράστια προσφορά του δασκάλου
μας, Μιχαήλ Περπινιά, και προς εμάς και προς την
ελληνική και βυζαντινή μουσική. Φοβάμαι ότι
εμείς οι μαθητές του δεν φροντίσαμε να
προβάλουμε το έργο του όσο έπρεπε και να πάρει τη
θέση που του αρμόζει ως μουσικός ο άνθρωπος που η
προσφορά του άφησε εποχή στα μουσικά δρώμενα, όχι
μόνο της Χίου…
Σάν ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη του και το έργο
του αισθάνθηκα την υποχρέωση απλά να τον αναφέρω.
Ο Μιχαήλ Νικολάου Περπινιάς γεννήθηκε στη Σμύρνη
το 1903, στη γειτονιά «του Χατζηστέλλιου» κοντά
στην Αγία Φωτεινή. Το πατρικό του σπίτι ήταν
ακριβώς απέναντι από το πατρικό του πατέρα μου.
Το 1922, στο μεγάλο διωγμό, σε ηλικία 19 ετών, βρέθηκε
αρχηγός των προσκόπων της περιοχής του και
δραστικά οργανωμένος κατά των Τούρκων οι οποίοι
τον είχαν προγράψει. Κυνηγημένος κατόρθωσε να
ξεφύγει βουτώντας στη θάλασσα και κολυμπώντας
τραυματισμένος στο κεφάλι από τη βουτιά, μέχρι
που τον περισυνέλεξαν Έλληνες ναυτικοί και τον
έφεραν στη Χίο.
Σπούδασε ιατρική και πήρε την ειδικότητα του
δερματολόγου. Υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία
του στον Ελληνικό Στρατό κατά τη διάρκεια της
οποίας είχε πλούσια δράση ως μουσικός και
ιεροψάλτης.
Σημαντικό είναι ότι τότε, μαζί με φίλους του,
ίδρυσε το Ωδείο Αιγίου. Όταν τελείωσε τη
στρατιωτική του θητεία εγκαταστάθηκε στη Χίο και
άσκησε τη δερματολογία, αλλά συγχρόνως ανεδείχθη
ως ένας από τους κορυφαίους ιεροψάλτες. Η
βυζαντινή μουσική ήταν η δεύτερη φύση του. Ήταν
αφιερωμένος στη μελέτη και έρευνα πάνω στην
ελληνική και βυζαντινή μουσική και δεν έχανε
ευκαιρία να ψάχνει παντού και πάντοτε για παλιά
συγγράμματα. Είχε μανία να ξετρυπώνει παλιά
βιβλία, τα οποία περιποιόταν και βιβλιοδετούσε ο
ίδιος όταν ήταν κατεστραμμένα. Ήταν συνεχιστής
της μεγάλης Μουσικής Σχολής της Σμύρνης και
πολλές φορές αντιδικούσε με τους οπαδούς της
Σχολής της Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς αυτό να
σημαίνει ότι δεν σεβόταν τους μεγάλους δασκάλους
της σχολής αυτής.

Η χορωδία του Μιχαήλ Ν. Περπινιά το 1954 ή 1955,
στην Παναγία Λέτσαινα. Διακρίνονται από δεξιά
πρός τα αριστερά: Χρήστος Γιατράκος, Μιχαήλ
Περπινιάς, Δημήτριος Νερατζής, Βασίλης Λάμπρος,
Γιώργος Ζύμαρης, Μιχαήλ Αξιώτης*, Μανώλης
Βορριάς*, Άγγελος Ξυδιάς* και Μιχαήλ Λάμπρος
(φαίνεται το κεφάλι του μεταξύ Μ.Βορριά και Α.
Ξυδιά).
* Έφυγαν πολύ νωρίς οι
αείμνηστοι αυτοί φίλοι.
Μελοποιούσε μέχρι το τέλος της
ζωής του. Τα μέλη του διακρίνονται από γλυκύτητα,
αξεπέραστη τέχνη στη χρήση των μουσικών
κλιμάκων, περίτεχνο συνδυασμό των διατονικών με
τις χρωματικές και εναρμόνιες κλίμακες ώστε να
αποδίδονται με αξεπέραστη ακρίβεια όχι μόνο τα
νοήματα των εκκλησιαστικών ύμνων, αλλά και τα
θρησκευτικά συναισθήματα, το λατρευτικό ύφος, το
συγκινησιακό, το πανηγυρικό, το φιλοσοφικό
περιεχόμενό τους. Ήταν αυστηρός και αμετακίνητος
όσον αφορά στο σωστό τονισμό, τη σωστή έκφραση, τη
χρονική ακρίβεια και το ρυθμό. Μελοποιώντας και
ψάλλοντας έπασχε ή χαιρόταν μαζί με τον υμνωδό
και μετέδιδε τον ψυχισμό του στο εκκλησίασμα.
Τόσο πολύ βαθιά αφοσιωμένος ήταν στην απόδοση
νοημάτων και θρησκευτικών συναισθημάτων, ώστε
στο τέλος αυτοαπεκαλείτο «ο καλόγερος».
«Δωρεάν ελάβετε δωρεάν δότε» ήταν η μόνιμη
εντολή του προς τους μαθητές του. Ήταν
πλημμυρισμένος από πικρία, γιατί έβλεπε τόσους
ανθρώπους καλλίφωνους με μεράκι να θέλουν να
ψάλλουν και να μάθουν μουσική, αλλά δεν έβλεπε
δασκάλους να θέλουν ή να μπορούν να διδάξουν,
εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων.
Γι αυτό, μόλις γύρισε στη Χίο μετά το στρατό,
ξεκίνησε τη σχολή του. Μάζευε όσους ήθελαν να
μάθουν και τους δίδασκε όπου έβρισκε χώρο. Σε ένα
μαγαζί, σε ένα καφενείο, σε κάποια εκκλησία. Μέχρι
κάποτε που επέτυχε να πάρει την έγκριση από τον
Μητροπολίτη να χρησιμοποιεί σαν διδακτικό χώρο
το παρεκκλήσι της Μητροπόλεως «ο Χριστός» που
είναι πίσω από τον Μητροπολιτικό Ναό.
Ψάλτες συγκεντρώνονταν για να μάθουν έστω ένα
«πα-βου-γα-δι» από εκείνον που το πρόσφερε δωρεάν,
για να μπορέσουν να βελτιωθούν και ακόμα να
διαβάζουν τις μουσικές συνθέσεις μεγάλων
διδασκάλων. Νέοι συνέρεαν να μάθουν μουσική και
να μπορούν να ψάλλουν. Κι αυτοί οι νέοι,
μορφωμένοι, αποτελούσαν πάντα την πολυπληθή
χορωδία του Περπινιά, την οποία όλοι, μουσικοί ή
άμουσοι, ντόπιοι ή διερχόμενοι ήθελαν να
ακούσουν και να απολαύσουν. Απέκτησε φήμη και
αίγλη. Κάποιοι από τους μαθητές του διέπρεψαν και
διαπρέπουν ακόμη. Δυστυχώς, εκείνη την εποχή δεν
υπήρχαν πρόσφορα τα τεχνικά μέσα καταγραφής του
ήχου κι έτσι δεν υπάρχουν ηχογραφήσεις.
Εκτός από γιατρός και μουσικός ήταν και
φιλόσοφος και λόγιος. Ήταν λάτρης της ελληνικής
κλασικής παιδείας και αδιάκοπα κατέβαλλε άοκνες
προσπάθειες να μεταλαμπαδεύσει στους μαθητές
του την αγάπη προς την παιδεία και τη μάθηση.
Συνεχώς μας έβαζε κάθε είδους προβλήματα όπως
φιλολογικά, φιλοσοφικά, ιστορικά για να μας
προκαλεί το ενδιαφέρον για την έρευνα και τη
μάθηση, αλλά και την κριτική και την αυτοκριτική.
Σ’ όλη του τη ζωή συγκέντρωνε στοιχεία και
συνέγραφε ένα Θεωρητικό της Μουσικής, το οποίο
δυστυχώς δεν ευτύχησε να εκδώσει. Ούτε ευτύχησε
να συγκεντρώσει και να εκδώσει τις μουσικές του
μελοποιήσεις. Αυτό όμως δεν τον πείραζε καθόλου.
Όμως το Θεωρητικό του παρέμεινε επιθυμία
ανεκπλήρωτη. Πρέπει όμως να τονισθεί το γεγονός
πως για ότι έκανε δεν απέβλεπε σε οικονομικό
όφελος. Ήθελε τη διάδοση της μουσικής. Και πάντα
φώναζε: «Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε».
Αξίζει, φαντάζομαι, όλοι
οι Χιώτες μουσικοί και ψάλτες να τον θυμούνται,
και όχι μόνο οι απομένοντες μαθητές του, και να
ψάλουν πότε-πότε κανένα μάθημα του δασκάλου
αυτού, έτσι, σαν μνημόσυνο και να λένε με καμάρι:
«Αυτό είναι του Περπινιά».
Χρήστος Γ.
Γιατράκος
Μαθητής Μιχαήλ Περπινιά
Δεκέμβριος 2000