Ο ΜΠΑΞΕΒΑΝΗΣ
Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ
Του Κώστα Αμπανούδη
Από την ανθολογία «Διηγηματογράφοι της Χίου» του Γεώργη Διλμπόη έκδοση Ο. Π. Κ. Δ. Χ.
1988
Ήταν στρογγυλοπρόσωπος με αραιά ξανθά μαλλιά και
καταγάλανα μάτια. Είχε κι ένα ψευτο μουστάκι σα μαδημένο στάχυ στο πάνω
χείλος του.
Δεν ήταν ψηλός στο μπόι, αλλά έμενε πολύ ψηλά. Σ’ ένα ερειπωμένο παλιό
αρχοντόσπιτο.Σαν τύχαινε και τον έβλεπα ν' ανεβαίνει εκείνες τις ατέλειωτες
πετρόσκαλες με τα πολλά γυρίσματα, τα δίχως στήριγμα, νόμιζα πως προχωρούσε
ίσια προς το γαλανό ξάγναντο, περνούσε άδεια δωμάτια, δίχως πορτοπαράθυρα
και χανόταν στο βάθος, λες μέσα στον ίδιο τον ουρανό.
Οι μεγάλοι αμφισβητούσαν την καταγωγή του από τόσο σπουδαία δώματα, ή άφηναν
εμάς τους μικρούς με την ιδέα και τη νουθεσία συνάμα του «παραπεσόντος
αγγέλου».
-Καλός ήτανε, γιόκα μου, όσο τον είχε κοντά της εκείνη η άξια γυναίκα. Αλλά
της τάφαγε όλα, ως και τα χρυσά της δόντια. Το πιοτί βλέπεις.
Απ' ότι ξέραμε τον είχαν παντρέψει με μια χωριανή πριν χρόνια, θάταν πολύ
νέος τότε κι εκείνη μάννα του στην ηλικία. Ζήσανε κάμποσα φεγγάρια όπως-όπως
ώσπου τα βλαστήμησε όλα και ξαναγύρισε στην αετοφωλιά του.
Είχε κάμποσα χωράφια παραπόταμα. Ήτανε δουλευτής άξιος, όταν δεν έπινε. Είχε
αγάπη παθητικιά στα άνθη. Έφτιαχνε αυτοσχέδια θερμοκήπια για τις βιόλες, τα
γαρύφαλλα και τους βασιλικούς. Κουβαλούσε το νερό από μακρινά κουτρουλά
πηγάδια με δύο ντενεκέδες στηριγμένους, σαν ζυγός αλόγου στ' αλωνίσματα, στο
γερό του σβέρκο.
Ξυπνούσε τους δρόμους με τα τραγούδια του και τα φεγγαρομιλήματά του. Ήτανε
πονετικός στους ξένους καϋμούς. Αγάπαγε τα παιδάκια και δεν πείραζε τους
σακάτηδες, όπως οι μυαλωμέ-νοι και σοβαροφανείς, νοικοκυραίοι.
Κάποτε έσωσε έναν ανηψιό του, που είχε σκύψει στο πηγάδι. Γλίτωσε κι από τη
φωτιά πολλά χωραφόσπιτα.
Η αποθέωση της χάρης του ήταν τα Κυριακάτικα Καλοκαίρια. Μ' ένα κόκκινο
πάντα γαρύφαλλο στ’ αφτί, να στάζει αίμα λουλουδένιο στα βήματά του. Ένα
άσπρο πουκάμισο (ποιοι άγγελοι του το ετοίμαζαν τόσο λευκό) και μια λεκάνη
με άνθη, ψίχα αμύγδαλο και τσίκουδα.
Αρρώστησε από χρυσή, ξαφνικά στα τέλη ενός Αύγουστου.
Θυμάμαι πούρθε και κάθισε σκυθρωπος, αυτός ο πάντα γελαστός, με κάποιες
μολυβιές συννεφιές στα γαλανά τοπία των ματιών του. Λες κι είχε βαφεί
ολόκληρος με μια κατακίτρινη ντάλια. Λες και τον έλουσαν άδικα, στο μίσος
πολλών ανθρώπων.
Είπαν πως κάποιο ζώο πέρασε από πάνω του και τον τρόμαξε, όπως κοιμόταν στα
εξωχώραφα.
Πάντως μας άφησε, νωρίς κι έμεινε άδειο απ' τον παράξενο νοικάρη του το
αρχοντοκαλύβι τ’ ουρανού μας.