Εξώφυλλο   Στις Δαφνούσαινες-2   Όχι άλλο αίμα-3   Τιμή και μνήμη-4   Το μνήμα-4   Της τέχνης τα μηνύματα-5  

Ο θρήνος του Περιστεριού-5   Η Βρύση-6   Λωλόδεντρα,  Πετροχελίδονα, dafninet.gr-7   Ο μπαξεβάνης τ’ ουρανού-8  

Χιώτικη Μπαλάντα-8   Μπουρλής-Τζανής-9   Ευχαριστώ θερμά-9  Ομηρική Ακαδημία-10   Ταξιδεύοντας-12   Συγγνώμη και...-12  

Το φως της θύελλας-13   Υμνοφόροι-13   Συνεργάτες-13   Βολισσός-14   Το πετειναράκι-16   Λαογραφικό Μουσείο Καλλιμασιάς-18  

Η Νοσταλγία του Ελάσσονος    Από όσα θυμούμαι-20   Το αρχείο μου-22   Γράμματα από τους αναγνώστες μας-24   Μαστιχόνερο-26  

Γνωρίζετε ότι...-26   Διαδρομή-26   Θρήνος για την Περσεφόνη   Οπισθόφυλλο

 

 

 

martakhs.jpg (5126 bytes)

bourl-jan.jpg (6252 bytes)
Του Πέτρου Μαρτάκη
Από το βιβλίο του Φιλοτεχνικού Ομίλου Χίου
τεύχος 2ο Χειμώνας '79

Ε θα μιλεί...

Στον κεντρικό δρόμο του χωριού, κοντά στην εκκλησιά, η βρύση. Η Μαριγώ, με τη στάμνα στον ώμο, απάνω σε διπλωμένη ριγωτή πεσέτα, τραβά για νερό συλλοϊσμένη. «Είντάθελενε να πει μ' ευτήν την κουβέντα του ο Δημήτρης»;
Ναι, την ώρα που ήγδερνενε, ομπροστά στο χασάπικό του ένα ριφάκι κ' εκείνη επέρνανε, χτές βράδυ, της είπενε: «Ψηλά τη κτίζεις τη φωλιά και θα λυγίσει ο κλώνος και θα σου φύει το πουλί και α σου μείνει ο πόνος, όοπα» και τράβηξενε κάτω δυνατά την προβιά του ριφακιού, που τόχενε κρεμασμένο στο τσιγγέλι. «Και θα σου μείνει ο πόνος, είπα» εφώναξενε δυνατά «ο πόνος, είπα». «Καλέ γιάε, τούπα τότες εγώ, καλέ γιάε ένα πουλί με μουστάκια μιαν οριά».
Εδεδέτσι τούπα εγώ, σαν και μου δα πως τον επερίπαιζα μα ευτός την κουβέντα την είπενε και πως να την πει;
Και πήενενε στη βρύση, μα που η χαρά που είχενε άλλες βολές πώς άβρει εδεκεί και τις φιλενάδες της να βάλουν τις στάμνες στην αράδα και να πιάσουν κουβέντα ώσπου να γεμίσει η καθεμιά τη δικιά της.

«
Μπορεί και να μην έχωράτευενε. Ε, μα φταίω κ' εγώ, αφού όλο του αγριεύγω άμαν θα μου πει έναν λόγο. Ναι φταίω κ' εγώ. Ε, τον ούριο, όμως.
Είντα βρέ αμαρούκλωτε, μαυραπλή, ξερακιανέ και... γλυκέ -ούγού!- κακοχράχεις! Είντα ψηλά την κτίζω τη φωλιά, που έτσι να ν' απλώσεις τη χερούκλα σου την ήπιασες; Είντα ψηλά; Μα μπορεί πάλι να μην θει να την πιάσει και γιάδευτό έ σακαριάζεται. Μα πάλι γιάντα και καλά, όπου με δει κάτιτις α μου πει αφού στις άλλες καλημέρα καλησπέρα και τίποτις άλλο; Ουγού, σαν πολύ τόνε σκέβγομαι. Κ' είντα με μέλλει; Εγώ μια βολά εν τονε πολυκάμνω γούστο.
Ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Τώρα, έδωνά που τα λέμενε, αν πα στου κυρού μου και με ζητήσει -εύτός τονε θε για γαμπρό γιατί είναι λε, ο άνοστος, νοικοκύρης, ταμαχιάρης, βγάει πολλούς παράες κ' είναι και ψηλός και πιάνουν και τα χέρια του, πίνει μα εν τον πιάνει το ρακί- αν πα και με ζητήσει, εγώ μια βολά θαρρώ πως ε θα πω όχι. Ούτε όμως και ναι. Όλα κι όλα! Α πω: «ότι πει ο κύρης μου».
-Πρόσεχε Μαριγώ να μην σε πατήσει ο γάδαρος.Αγουροξυπνημένη είσαι;
Ήταν ο κύρης του Δημήτρη.
-Όχι, καλέ, Μαστρονικολή μου και σεις! Είπενε γελαστά. Κ' ύστερις το ζο σας είναι καλόχαρο και προσέχει.
-Προσέχει ο γάδαρός μου; Χωρατατζού! Πε του κυρού σου πως άρτω απόψε για να κανονίσωμενε δανεικούς να κάμνωμενε στις Εφτά.
-Αμέ! Νάρτετενε, νάρτετενε. Ήβγαλενε και μια σούμα που τηνε παινά πια από το πρωί ως το βράδυ.
-Ε, μην τονε περιπαίζεις Μαριγώ γιατί θάχει δίκιο.
Απέ σούμα ξέρει.
-Ξέρει και παραξέρει μα και σεις έμ πάτενε πίσω, γερός νάστενε και γιάδευτό τονε παρτικουλάρετενε!
Και απομακρύθηκενε ο γέρος κι εκούουντανε η σίκλα με την αλυσσίδα δεμένη στο σκαρβέλι να κτυπολογά.
Και εν είχενε δίκιο να στενοχωριέται η ούρια η Μαριγώ για την κουβέντα που της είπενε ο Δημήτρης γιατί εδεκείνο το βράδυ που επήενε σπίτι τος ο γέρο Νικολής εγίνηκενε... πεθερός της. Αμέ.
Κ' εκείνη ειν' πια σήμερις γρηά, γρηά μ' άθριτικά, ρεματικά και άλλα πολλά.
Ό Δημήτρης ιζάρωσενε και βαριακού να σκάσει τη Μαριγώ κ' έχουνε πέντε παιδιά κ' ένα σωρό εγγόνια, γερά νάναι, μα η βρύση ε λουτουργά πια σαν και πρώτα! Στάμνες στη σειρά και γέλια, αγάπης καρδιοχτύπια και καυγάδες, πάπαλα.
Έπήεν το νερό με τις σωλήνες στα σπίτια κ' η χαρά ήφυενε απέ το κεντρικό στενάδι του χωριού.
Η βρύση, στο ίδιο μέρος επόμεινενε κάντρο παλιό ζεστό κι αγαπημένο ώσπου ν' αδυνατίσει, να ξεθωριάσει, να πάψει να δηγάται την ιστορία της
Μαριγώς και να σταματήσει να μιλεί, γιατί κανείς πια ε θα γροικά τη γλώσσα της...

Ένας απέ τη Χίος