|
|
Η βρύση
Στο έμπα του χωριού η βρύση...
Στο εξώφυλλο του περιοδικού η φωτογραφία της. Βαθιά μέσα στην καρδιά, τη
σκέψη και τις αναμνήσεις μας η εικόνα της, σε μια άλλη εποχή. Όπως εμείς οι
πιο παλιοί τη γνωρίσαμε... Κι ήταν η ίδια όπως τη βλέπουμε στη φωτογραφία
του εξωφύλλου μας στα 1918, ως τα μέσα της δεκαετίας το ‘50. Τότε που οι
ανάγκες της εξέλιξης άρχισαν να φτιάχνουν πολλά, μα και να χαλούν κάποια
άλλα, που τόσο πολύ μας λείπουν σήμερα στην πεζή εποχή που διανύουμε.
Σκαλίζοντας τις παιδικές μου αναμνήσεις θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω
εικόνες του τότε απ’ τη βρύση που σταμάτησε... «να μιλεί πια», γιατί κανείς
... «ε γροικά τη γλώσσα της» όπως ο καλός Δαφνούσης και φίλος, Πέτρος Ι.
Μαρτάκης πολλά χρόνια πριν προφητικά έγραψε (διαβάστε στη σελίδα 9)...
Κατεβαίνοντας από την εκκλησία το κατηφορικό καλντερίμι, δίπλα στον ποταμό
(τότε ο σημερινός κεντρικός δρόμος του χωριού ήταν ο μισός και ο υπόλοιπος
χείμαρρος) πρόβαλλε μπροστά σου το χωριοπήγαδο κι η βρύση όπως ακριβώς
φαίνονται στη φωτογραφία. Στο δεξιό κάτω μέρος όπως κοιτούμε, διακρίνεται κι
η όχθη του ποταμού. Ο δρόμος ήταν τότε χαμηλότερα και για να μπεις στο
σκεπαστό κατέβαινες μόνο ένα σκαλοπάτι στο χαμηλό σημείο και δύο στο
ψηλότερο. Στο εσωτερικό (του σκεπαστού) μικρές οι διαφορές. Το ξύλινο
λουλακιασμένο παραθυράκι αντικαταστάθηκε με σιδερένιο και το στενό πέρασμα
που υπήρχε νότια της βρύσης κλείστηκε αργότερα.
Στο εν λόγω στενό έβγαινε τότε το πέτρινο κανάλι που έριχνε το νερό που
περίσσευε, στη μεγάλη λαξευμένη γούρνα με τα τρία καναλάκια υπερχείλισης.
Από κει περνούσαν τα ζώα να πιουν και να φύγουν από την άλλη πλευρά
προχωρώντας στο ανηφορικό καλντερίμι που έβγαινε στο πίσω μέρος της βρύσης.
Στα μέσα της δεκαετίας του ‘50 η γούρνα πετάχτηκε και έγινε η «καινούργια»
τσιμεντένια όπως περίπου είναι μέχρι σήμερα.
Την ίδια περίπου εποχή άρχισε να σκεπάζεται λίγο-λίγο ο ποταμός και να
κουτσουρεύεται το πηγάδι που σε πρώτη φάση έγινε με χαμηλό οκταγωνικό στόμιο
και καπάκι. Αργότερα, όταν αγοράστηκαν μεγαλύτερα λεωφορεία «τρίτης γενιάς»
που μερικά απ’ αυτά κυκλοφορούν ακόμα, το πηγάδι «κόπηκε» ίσια με τον δρόμο
και μόνο μια μικρή τρύπα, όσο που χωρούσε την
απορρόφηση μιας μηχανής άντλησης, έμεινε. Κι αυτή κλείστηκε όταν οι υπόνομοι
του χωριού έπεσαν στον σκεπασμένο πια ποταμό και μόλυναν (και μολύνουν) όλα
τα πηγάδια της περιοχής και όχι μόνο.
Η κατασκευή της νέας γούρνας είχε σαν αποτέλεσμα να γκρεμιστεί ο πέτρινος
τοίχος δίπλα στη βρύση και να γίνει καινούργιος με πλίνθους (σήμερα γίνονται
επισκευές κι ευχόμαστε να υπάρξει περισσότερος σεβασμός).
Ο άδικος θάνατος δυο νέων του χωριού έφερε κι ένα προσκυνητάρι μαρμάρινο
μπρος στη βρύση (κακώς) και το κτίσιμο της αποθήκης του Συνεταιρισμού, όπως
και του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη, εξαφάνισαν τις ροδιές που
αποτελούσαν τον φράκτη του εν λόγω αγροτεμαχίου και συμπλήρωναν το ντεκόρ.
Μαζί έφυγε κι η πινακίδα πού ‘γραφε την απόσταση του χωριού από άλλα χωριά
και την πόλη.
Την δεκαετία του ‘80, αν δεν κάνω λάθος, έγιναν κάποιες αλλαγές και
παρεμβάσεις στο πίσω μέρος της βρύσης και συντήρηση στο μπρός.
Απέναντι στη βρύση, τα καζαναριά της οικογένειας Κουτσουράδη, σήμερα οικία
Βασίλη Παπαμιχαλάκη και του Γιώργη Σ. Μαμούνα σήμερα γκαράζ Μιχ. Κουλουρούδη
(φαίνονται στο οπισθόφυλλο) που όχι μόνο λειτουργούσε στα χρόνια εκείνα αλλά
έχω γευθεί πολλές φορές την σούμα που κατέβαινε ζεστή και μυρωδάτη.
Αυτό περίπου το τοπίο στη βρύση της εποχής εκείνης που συμπλήρωναν οι
κάτοικοι του χωριού που κάθε μέρα ερχόταν εδώ να πάρουν «τ’ άγιασμα της
βρύσης».
Στάμνες, τενεκέδες, σίκλες και κάθε είδους δοχεία στην «αράδα» περίμεναν να
γεμίσουν και γύρω άντρες, γυναίκες, κορίτσια, περίμεναν την σειρά,
κεντώντας, γνέθοντας, κουτσομπολεύο-ντας και... μαλώνοντας.
Κι από τους δρόμους γύρω έβλεπες τα κορίτσια και τις γυναίκες με τις στάμνες
στον ώμο πάνω στις διπλωμένες πετσέτες να πηγαινοέρχονται και τους άντρες
(ειδικά αυτούς που είχαν ζώα), με δυο μεγάλα δοχεία ή με δυο τενεκέδες στη
μανέλα (μακρύ ξύλο στους ώμους που κρεμάζονται οι τενεκέδες με σχοινί) να
κουβαλούν το «ζωοποιόν ύδωρ».
Σήμερα η βρύση, η βρύση μας, μένει «κάντρο ζεστό κι αγαπημένο» (το νερό της
χρησιμοποι-είται μόνο για άρδευση) κι έτσι πρέπει να μείνει. Είναι κομμάτι
της ιστορίας μας.
Βαγγέλης Ρουφάκης
|
|