Εξώφυλλο   Στις Δαφνούσαινες-2   Όχι άλλο αίμα-3   Τιμή και μνήμη-4   Το μνήμα-4   Της τέχνης τα μηνύματα-5  

Ο θρήνος του Περιστεριού-5   Η Βρύση-6   Λωλόδεντρα,  Πετροχελίδονα, dafninet.gr-7   Ο μπαξεβάνης τ’ ουρανού-8  

Χιώτικη Μπαλάντα-8   Μπουρλής-Τζανής-9   Ευχαριστώ θερμά-9  Ομηρική Ακαδημία-10   Ταξιδεύοντας-12   Συγγνώμη και...-12  

Το φως της θύελλας-13   Υμνοφόροι-13   Συνεργάτες-13   Βολισσός-14   Το πετειναράκι-16   Λαογραφικό Μουσείο Καλλιμασιάς-18  

Η Νοσταλγία του Ελάσσονος    Από όσα θυμούμαι-20   Το αρχείο μου-22   Γράμματα από τους αναγνώστες μας-24   Μαστιχόνερο-26  

Γνωρίζετε ότι...-26   Διαδρομή-26   Θρήνος για την Περσεφόνη   Οπισθόφυλλο

 

 
 

Θρήνος για την Περσεφόνη

Στοίχειωσε για τη "κόρη του σταριού" ο θρήνος στην Αγέλαστη πέτρα.
Οι βουνοκορφές, τα βάθη της θάλασσας βροντολάλησαν
τον ήχο της αθάνατης φωνής της αρπαγμένης θυγατέρας.
Χάθηκε η μπουμπουκένια μορφή της θεογέννητης
κι οι κόρες τ' Ουρανού έμειναν μόνες στ' ανθόσπαρτο λιβάδι.
Οι κρόκοι, τα τριαντάφυλλα, οι κρίνοι, οι μενεξέδες
σιωπηλά θρηνούσαν τον αφανισμό της Περσεφόνης.
Το τρυφερό το χάδι της αχόρταγα κρατούσε ο υάκινθος
δίχως το ευωδιαστό του τ' άρωμα μήτε ο ουρανός γελούσε πια
κι η γη τ' αλμυρό της θάλασσας γευόταν κύμα.
Ο γιος του Κρόνου από το Νύσιο πεδίο ξεπετάγεται.
Τη λιογέννητη κόρη στο θανατερό του τ' άρμα αρπάζει
κι απ' τις Πλουτώνειες Πύλες για τον υποχθόνιο κόσμο,
στον κάτασκιο λειμώνα του Ταρτάρου,
ανάλγητος στα λυγμικά τα κλάματα της.

Την αρπαγή της θεάς θρήνησε και η Κυάνη,
και το δρόμο του άρπαγα πήγε να φράξει.
Μα, ο γιος του Κρόνου μάνιασε
κι έμπηξε με ορμή το θεϊκό το σκήπτρο του στη γη,
που κλονισμένη μέριασε κι άφησε
το άρμα του στην άβυσσο να φτάσει.
Ούτε τις κραυγές της κόρης του Περσαίου απ' τη σπηλιά της
σκιάχτηκ' ο πανδαμάτορας θεός του Κάτω Κόσμου.

Στην κορυβαντική των βράχων τη σιωπή
στην ένυλη των βροτών κραυγή το φως στερεύει.
Κι οι σειρήνες του απρόβλεπτου το θάνατο φιλεύουν.
Πέρα στις βίγλες αργοπεθαίνουν οι φρυκτοί και οι Ολύμπιοι
θυσίες πια δε δέχονται, μήτε λατρεία απ' τους ανθρώπους.
Το Ράριο πεδίο έμεινε τόπος ξερός χωρίς τον πράσινο το θάμνο
και το γλαυκό κριθάρι, μήτε σπόροι φύτρωσαν τον Ανθεστηρίωνα
μόνο κρυμμένοι έμειναν μεσ’ στ’ άνυδρα χωράφια.
Χωρίς πουλιά πετούμενα, κλαδιά, φύλλα και χλόη.
Μάταια τα βόδια έσερναν τ' αλέτρι τους θλιμμένα
τα φοβερά τα δρέπανα στον κάμπο μαραζώνουν.
Μουχλιασμένο σκοτάδι έφερε ο θρήνος της θεάς
και ακαρπία στους αγρούς, πείνα και δυστυχία.
Τέφρα του αφανισμού τα δάκρυα της μάνας
στο ζοφερό βασίλειο των σκιών, μια ποταμιά στον Άδη.
Άναυδος ο Ίακχος πενθεί την άπαυστη οδύνη.
Θρηνητικά φθάνουν τ’ άσματα από τα ελεγεία.

Την σκυθρωπή όψη της γης ιχνηλατεί η πονεμένη Δήμητρα
με μαύρο το χιτώνα της κι αναμμένους τους πυρσούς στα χέρια,
δίχως στολίδια, αμβροσία και νέκταρ,
δίχως το χειρονόψιμο νερό στο πρόσωπό της
την αγαπημένη κόρη ψάχνοντας να βρει.
Το θάνατο συλλάβιζε στη γλώσσα των στιγμών
και τα βουνά ερράγισαν κι ο ουρανός κι η γη από τον σπαραγμό της.

     Πόπη Χαλκιά-Στεφάνου