|
Είν' κρυώμα!
-Άχουτας!
Για δε, καλέ, χιόνια! Σαν ξασμένος αφρός πέφτουνε κ' εν φαίνεται το χωριό
κάτω.
Να δούμεν πιο όξω, αφ'
την πεζούλα του τσαρδακιού;
-Όχι, μωρή σεις! Εμπάτεν
μέσα να ντυθήτενε πρώτα. Εσύ τα φταις, γέρο, που τις εξελόγιασες πούλεες,
πως το πρωί άχομενε χιόνια κ' επεταχτήκανε πρωί-πρωί να δούνε, γιατί εν
έκλεισαν μάτι όλην τη νύχτα να τα περιμένουνε, οι ούριες, κοτζά γυναίκες της
παντρειάς!
-Άντε ομπρός-πίσω, λε ο
γέρο Παντελής, ο κύρης τος και κλειεί την πόρτα.
-Λοιπό, εγώ ντύνομαι.
Ντυθήτεν κ' εσείς. Βάλετενε κάρσες ζεστές, τα χοντρά σας φουστάνια με
μάλλινες φανέλλες και τις ζακέττες σας, που σας ήστειλενε απέ τα παπόρια ο
Δημήτρης μας, καλή του ώρα και καλά του ταξίδια.
-Αμήν, Παναγία μου.
-Άντε κ' εσύ κυρά
Μαργαριτού! Τη φρασκομηλιά. Να μοσχομυρίσει το σπίτι, να τηνε ρουφήσομενε να
ζεστοκοπηθούμενε. Να βουτήσομενε κανένα παξιμάδι, να φάμεν και κάμποσες
ελιές κουρμάδες να συνεφέρομενε κι ύστερις να χαρούμεν τα χιόνια.
Έτσι κ' ήγινενε κ' ήβγαν
πια στο σκεπαστό εσωτερικό τσαρδάκι. Η φωλιά των χελιδονιών απάνω στην κόρδα
των κεραμυδιών ήταν άδεια. Οι μπεγόνιες και τα σπαράγκια στις γλάστρες
μαμουκιασμένα. Και κάτω ομπροστά, μακριά, είντα να δουν τα μάτια σου! Χωμένα
όλα μέσα στο χιόνι. Του Μεζά, τα Χαβιάρικα, του Παναή η αθεόρατη συκαμιά, ο
Άγιος Παντελέμονας, μεγάλη η χάρη του που όπου να βρισκούμεστενε ζεσταίνει
τις καρδιές μας και καρσί στο Κατσάρι τ' αμυγδαλοκήπια στο πλάι προς τα
Καναβουτσάτα, κάτω απέ το δίβυζο βουνό με τον προφήτη Ηλία στην καρδιά της
Χίος μας! Κάτασπρα όλα, μα ζωντανά, να μιλούνε ένα λόγο πανηγυριώτικο, ένα
τραγούδι νυφικό, τη δοξολογία του χιονιού.

Άσπρη γιορτή της Λαυρίνας,
του Μισόβουνου, των Καμποχώρων, του Κάμπου, του Μεγαλιμιώνα, μακριά τ' Αγίου
Μηνά!
-Ε θω λωλιές τώρα με τα
χιόνια, μην ξερραχωθήτενε! Έτσι; Ύστερις είστεν και κόρες! Πρέπει νάστεν
σοβαρές. Ούτε με τα χιόνια πρέπει να ξελογιαζούστενε. Αλλά είνται λέω γω
τώρα; Ποιος μ' ακού! Και καλά κάμνει και ε μ' ακού, εμουρμούρισενε κάτω απέ
τα μουστάκια του.
-Έλα καλέ, πια! Λε η
Βεργινία η φιότσα του Μπουρλή και του Τζαννή, κ' εμιμιούντανε τη φωνή του
κυρού της «ούτε με τα χιόνια να ξελογιαζούστενε, ούτε με τα χιόνια» !
-Καλά μίμιστρο. 'Ιδια οι
παϊρήδες σου είσαι. Άντε καλά! Επί τέλους με τα χιόνια ας ξελογιαζούστενε!
Επιτρέπεται. Εσύ αμαρούκλωτη μικρή, από τη φούρια σου ήβαλες το φουστάνι σου
χωρίς να βγάλεις τα παντελόνια της μπυζάμας της αυστραλέζικης, που σου
κανίσκεψεν ο Δημήτρης, καλή του ώρα και καλά του ταξίδια.
-Αμήν. Μα ας το καλέ το
παιί κ' ειν' κρυώμα! Καλά ήκαμες κόρη μου. Εν είσαι αμαρούκλωτη και μη σε
κόφτει!
Κι ούτε λωλού το πεις,
επετάχτηκαν οι κόρες αφ' τα σκαλιά της κουζινάρας, μέσα κει που βγαίνει στο
κηπαράκι και στ' απάνω σπίτια του πάππου με τη ρουδιά, τη μουσμουλιά και την
αλυαργιά, κ' ερκέψαν να πετά η μια της αλλονής βώλους απέ χιόνι.
-Έλα να σου πω μωρή
Σταματού, κάτι τις, της λε η Βεργινία. Να, έλα δωνά, απέ κάτω απέ την
λυαργιά. Και σαν πούταν η λυαργιά κοτζά δέντρο, γεμάτη χιόνια, η Βεργινία
την εχούμηξενε κ' εχιονιστήκανε καταρράχτης τα μαλλιά τος και σαν πούταν
αναμμένες, μ' ανοιχτούς τους λαιμούς τος απέ το παιχνίδι, τα χιόνια
ετρυπώσανε μες στους κόρφους τος! Τις εγαργαλήσανε, κρύο - κρύο γαργαλητό κ'
εσκούσανε στα γέλια.
Μα ξαφνικά εσοβαρέψανε
κομματάκι, γιατί απέ το παραθύρι, στα διπλανά απάνω σπίτια, ο όμορφος γιος
του Κωστή, ο Αργύρης, που την προχτές ήρτενε απέ τα παπόρια για Χριστούγεννα
τις εκύτταζενε κ' εγέλανε κ' ευτός «ο άνοστος» σαν που τον ήλεενε η Βεργινία,
που οι γονιοί του εθέλανε πια να τόνε παντρέψουνε, μα ευτός εκλώτσανε.
-Γιατί εσταματήσετενε,
βρε ούριες; Παίζετενε, παίζετενε γιατί α κρυώσετενε! Μπορείτεν να με
κανέψετενε με χιονιές; Για δοκιμάσετενε να δούμενε ποια είναι πιο παλληκάρι!
-Παλληκάρι είσαι και
φαίνεσαι, γέρο!
-Άρπα τηνε, λε η Βεργινία,
που ποτές της εν ήθελενε να παίξει τη γυναίκα του, άμα, μικροί, έπαιζαν
σπιτάκια. Μα τα χιόνια έδωκαν απάνω στην κρεββατίνα τ' αμπέλου κ' εγυρίσαν
πίσω στα μούτρα της. Ευτός την είδεν αναψοκοκκινισμένη, σφιχτοδεμένη και
φαρδιολέκανη και λε: Βρε, αφού μου τρών' τ' αυτιά μου οι γέροι να παντρευτώ
εν παίρνω ετούτηνε; Κι αμέ! Α την πάρω! Α πα το πω της μάνας της και του
κυρού της τώρα κιόλας, ήμπα και το μετανοιώσω, για, το ξεχάσω.
-Βεργινία, της φωνάζει,
πε της μάνας σου πως ά 'ρτω τώρα να πιω φασκομηλιά σπίτι σας κ' εσύ διαλεξέ
μου τους πιο θρεμμένους κουρκουμπίνους .
-Ουγού! Πως εσείς εν
έχετενε; Μα έλα! Μόνο πια που α σου κάμομενε μαρτοπούλουδο πούναι για τους
ελικιωμένους σαν κ' εσένα!
-Για δε, άμαν είμαι 'γω
ελικιωμένος κ' εσύ εμ πας πίσω, γιατί άμαν ήρτες στο σκολειό, επήαινα ακόμα
κ' εγώ. Εξέχασές το;
-Εν το ξέχασα, μα είντα
φταίω 'γω που οι δάσκαλοι σε 'φήνανε δυο - δυο χρόνια σε κάθε τάξη, γιατί εν
εβάστανε η καρδιά τος να σε προϊβάσουνε, για να μην σε χάσουνε πούσουνε
ξεφτέρι στα γράμματα. Χαμόμηλο λοιπό! Α, θες χαμόμηλο, έλα!
-Καλά, μα α το πιούμεν
μαζί. Α πιείς κ' εσύ!
-Άντε, έλα, σε
περιμένομενε!
-Και να μην σας τα
μωρολογώ γιατί α θήτενε ν' αφήκετενε το περιοδικό για να ζεστάνετενε τα
χεράκια σας στο μαγκάλι, για σ' ευτό είντα που το λένε, το καλοριφέρ, να μην
σας τα μωρολογώ, εδεδέτσι, επήεν ο Αργύρης εδεκείνην την παραμονή των
Χριστουγέννων κ' ήπιαν το βραστικό με τους κουρκουμπίνους και ψαθούρια -τεφαρίκι
ψαθούρια, γεια στα χέρια τος- με την Βεργινία και για δήτενε -είντα είναι τα
τυχερά κ' είντα κάμνουν τα χωρατά- ακόμα το πίνουνε μαζί άμα, χειμώνα, είναι
ξέμπαρκος, με παρέγια το γιο και τις δυο τος κόρες, γιατί, γλέπεις, έεκείνα
τα χιόνια, πράγματις, εγινήκανε νυφικό που τους ετύλιξενε και «έσονται οι
δυο εις σάρκα μίαν» και «ους ο θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω» προ
παντός άμα χιονίζει που ειν' και κρυώμα. Αμέ!
Λοιπόν και στα δικά σας
και καλά Χριστούγεννα.
Ένας απέ τη Χίος
|