|
ΣΤΟΝ
ΟΔΟΝΤΟΓΙΑΤΡΟ
Γινότανε κάποτε κουβέντα για τη ζωή τη
Βολισσό τα παλιά χρόνια. Η μεγαλύτερη κυρία της παρέας, έχοντας περάσει τα
ογδόντα, θυμήθηκε μια περιπέτειά της κι ως συνήθως, τέντωσα τα’ αυτιά μου.
Θάταν περίπου λέει, τρεις-τέσσερις μέρες
πριν της Αγ. Μαρκέλλας. Ο ήλιος έψηνε την πέτρα. Η άπνοια έκανε η θάλασσα
γιαούρτι. Οι πιο πολλοί συγχωριανοί θερίζανε ή αλωνίζανε στους αγρούς.
Η δική της φαμίλια είχε μείνει σπίτι γιατί
περιμένανε τους συγγενείς τους από τον Πειραιά.
Ο άντρας της είχε γκρίνια γιατί θάμεναν πίσω
οι δουλειές του. Τα παιδιά της γκρίνιαζαν και κείνα που θάχαναν ο παιχνίδι
τους.
-Μάινα γκρίνια σήμερα, τους είπε αυστηρά.
Ξύπνησα χαράματα κι έχω ένα βάρος στο δόντι. Εν θέλω ν` ακούσω τίποτα.
Τσιμουδιά.
Το σπίτι της έλαμπε από πάστρα.
Φρεσκοσιδερωμένες οι κουρτίνες, το καλό καλοκαιρινό τραπεζομάντηλο,
πεντακάθαρα τα στρωσίδια. Στην κουζίνα, όλα ήταν στη θέση τους. Η αυλή
φρεσκοπλυμένη. Η σκάλα ασπρισμένη με τα κυκλικά σχέδια στα σκαλιά. Δεν είχε
ανάγκη να δείχνει σε κανένα τη νοικοκυροσύνη της. Έτσι τάμαθε, έτσι τάκαμε.
Το συγγενολόι της θάχε βγει κιόλας από το
παπόρι στη Χώρα κι από στιγμή σε στιγμή θ` ακουγόντουσαν οι φωνές τους κάτω
στο δρόμο.
Ακριβώς τότε της ήρθε ένας σουβλερός πόνος
στο δόντι, στο πάνω το αριστερό σκυλόδοντο. Έκανε ένα αχ που μόνο αυτή το
άκουσε. Ο κύρης της με τα παιδιά είχαν βγει στην αυλή. Οι μουσαφίρηδες
φτάσανε καταϊδρωμένοι φορτωμένοι τα πράγματά τους. Γίνανε οι χαιρετούρες, τ`
αγκαλιάσματα, τα φιλιά. Έφεραν τα νέα τους και δώρα για τον καθένα. Του
άντρα της, μια αλλαξιά μπαμπακερά εσώρουχα. Των παιδιών ρουχαλάκια και
παιχνίδια. Εκείνης, ένα καλοραμμένο φουστάνι από μπλε ζωρζέτα.
-Φχαριστούμε. Νάστε καλά, έλεγε και ξανάλεγε.
Μα με κάθε της λέξη ο πονόδοντος δυνάμωνε.
Άρχισε να χτυπάει όπως λέμε.
-Να σας τρατάρω ντόπιο ερινό γλυκό πούχω
φτιάξει, είπε. Σκέφτηκε ότι πηγαίνοντας στην κουζίνα να το ετοιμάσει θάβαζε
μια γουλιά σούμα στο στόμα για να ναρκώσει τον πόνο και θάδενε μια μαγουλίκα
να το κρατήσει ζεστό.
-Άστο για μετά, είπε η πρωτοδεύτερή της. Για
τώρα βάλε κάτι να φάνε τα παιδιά που λυσσάξανε και για τους άντρες ένα
καραφάκι πρωθιά με ξερομύτζηθρο. Και φέρε δροσερό νερό απ` το κανάτι.
Κορακιάσαμε. Πάμε μέσα να σου δώσω ένα χέρι.
-Εσύ
καλλίτερα να κρεμάσεις τα ρούχα σας στο σκοινί. Σας έχω κάνει χώρο. Βγάλτε
τα καλά σας και βάλτε κάτι λιανό. Ζέστη αυτή σήμερα Θε μου.
-Ωχ
το δόντι μου, ξεφώνησε. Τώρα όμως την άκουσαν όλοι και σίγησαν μαρμαρωμένοι.
Ο άντρας της έτρεξε κοντά της, έβαλε το χέρι του προστατευτικά στον ώμο της,
αλλά στο πρόσωπό του έβλεπες καθαρά την αγωνία ζωγραφισμένη. Με λέξεις
πούβγαιναν πνιγμένες τον καθησύχασε.
-Πάμε στον Λαουλάου,
είπε εκείνος με φωνή πούδειχνε παράκληση και συμπόνια.
-Ωχ μάνα μου. Καλά. Ας πάμε, του αποκρίθηκε
με βαριά καρδιά.
Ο Λάουλάου ήταν ή θάθελε τελοσπάντων νάναι,
ο οδοντογιατρός της Βολισσού.
Δεν θυμόταν γιατί του είχαν κολλήσει αυτό το
άκακο τσούκλι. Λεγόταν Δημήτρης Ζορμπάς. Ήταν ένας ψηλός και λεπτός άντρας
με ξερακιανό πρόσωπο κι ένα καλοσυνάτο βλέμμα κάτω από τις πυκνές φρυδάρες
του. Δεν παντρεύτηκε. Ζούσε με τα λίγα που έβγαζε από το παντοπωλείο που
διατηρούσε μέσα στο σπίτι του και από διάφορες αγροτικές ασχολίες.
Τον έφερε στα μάτια της να τους περιμένει
κιόλας στην πόρτα, σκυφτός, ακουμπισμένος στην κατσουνίκα του, με τα ψαρά
μαλλιά του μισοκτενισμένα, φορώντας τις οκτάπηχες βράκες και το βελουδένιο
γιλέκο του. Την έπιασε φόβος για τον Λάουλάου. Από τα σώψυχά της παρακαλούσε.
-Κάνε Θε μου ο Λάουλάου να πίνει τώρα το
καφεδάκι του στου Γεροπάππου τον καφενέ πάνω στον Ταξιάρχη. Φώτησέ τον να
κάτσει κι άλλο εκεί, κάτω απ` τη δροσιά της κληματαριάς. Μακάρι να έχει πάει
να παραγγείλει πρόκες και σκούπες για το μαγαζί του. Εύχομαι ναργήσει νάρθει
από το χωράφι γιατί θα τον κόβουν τα τσαρδίνια του.
-Άντε πάμε είπε ο άντρας της, διακόπτοντας
το μάταιο ευχολόγιό της.
Ξεκίνησαν σιωπηλοί για το σπίτι-μαγαζί του
Λάουλάου. Στο δρόμο συναντήσανε πρώτα το γέρο-Κουρούκη και μετά το
γέρο-Αξιώτη. Εκείνη, κουνούσε μόνο το κεφάλι κρατώντας ένα μαντήλι πάνω στο
στόμα.
Ο άντρας της χαιρετούσε και τους περιέγραφε
με λίγες λέξεις το σημερινό τους πρόβλημα. Συναντήσανε κι ένα συγγενή τους
που τους είπε με ιντερέσο.
-Τον Λάουλάου τον είδα πριν λίγο στον Χριστό
και τραβούσε στο σπίτι του. Πηγαίνετε και περαστικά.
Εκείνη έβγαλε ένα δυνατό ωχ. Όχι τόσο από
τον πονόδοντο, όσο από την απογοήτευση για τα παρακάλια που δεν έπιασαν. Και
να δεις βρε παιδί μου που το σπίτι του Λάουλάου ήταν κοντά. Στην πλατεία του
Χριστού. Εκεί ντε στο στενάκι του Αη Μηνά επάνω στη μικρή ανηφορίτσα. Μιλάμε
για πολύ κοντά τους.
Κρεμάστηκε στο δυνατό μπράτσο του άντρα της κι αφέθηκε να της οδηγήσει σαν
πρόβατο στο σφάξιμο. Στο μυαλό της ήρθαν οι μαύρες σκέψεις για το τι θ`
ακολουθούσε. Πως ο Λάουλάου θάταν κιόλας εκεί. Πάντα με την περηφάνια
ζωγραφισμένη στο πρόσωπο γιατί ήταν ένας χρήσιμος άνθρωπος στη μικρή
κοινωνία του χωριού και είχε κάθε δικαίωμα να νοιώθει έτσι. Πως θα της έλεγε
«μάινα γκρίνια κόρη μου». Θα κοίταγε το δόντι της. Θα στήριζε το κοντομοίρι
στον τοίχο. Θα έδενε τη μια άκρη από το σπάγκο στο δόντι και
την άλλη στην πόρτα. Θα έσπρωχνε ξαφνικά την
πόρτα. Με το μπαμ το καταραμένο δόντι θα ξεκουμπιζόταν.
Θα σκουπίζανε το λίγο
αίμα (είχε προλάβει να πάρει μαζί δυο μαντήλια για την επέμβαση). Ο Λάουλάου
θα πήγαινε μέσα στο μαγαζί και θα γύριζε κρατώντας στη φούχτα του αλάτι από
τις παστές σαρδέλες.
Θα της άνοιγε με τις
δαχτυλάρες του το στόμα και θάτριβε το αλάτι πάνω-κάτω στα ούλα της για να
σταματήσει την αιμορραγία.
Με τις σκέψεις αυτές
λιποθύμησε. Έφυγε κι ο πόνος. Ίσα-ίσα που καταλάβαινε ότι ο άντρας της τη
σήκωνε στα χέρια και την κουβαλούσε.
Κάποτε φτάσανε στου
Λάουλάου. Ο καλοκάγαθος Δημητρός τους υποδέχτηκε με τον ίδιο τρόπο που
δεχόταν όλους τους συγχωριανούς και τους άλλους Βορειοχωρίτες. Ανοιχτόκαρδα.
Οι δυο άντρες τη συνεφέρανε εκεί, στα σκαλιά.
Ο Δημήτρης της άνοιξε
απαλά το στόμα. Είδε μ` επιστημονικό ύφος το πονεμένο δόντι, κούνησε το
ασημένιο κεφάλι του κι έκαμε τη βαρυσήμαντη διάγνωση
-Δε μπορώ να σου κάνω
τίποτα τώρα κόρη μου. Έχει αρχίσει το φούσκωμα. Θα περιμένεις να ξεπριστεί
κι έλα πάλι να το δω. Να του βάζεις που και που σούμα ή ούζο. Και να μασάς
τη μαστίχα μας, είπε.
Ευχαρίστησαν κι έφυγαν. Γύρισαν σπίτι σχεδόν τρέχοντας. Δεν πονούσε πια.
Πίστεψε ότι ο Λάουλάου είχε γιατρέψει το δόντι της μόνο με τη ματιά του.
Σκέφτηκε το καινούργιο της φουστάνι. Ίσως να ήθελε λίγο στένεμα για νάρχεται
πιο εφαρμοστό. Να τονίζει τις ζηλευτές γραμμές της. Θα τόβαζε μια στη Χάρη
της κι άλλη μια στο πανηγύρι της Παναγιάς, στο βαθιά.
Όσο για το δόντι, πέρασε.
Η σούμα κι η χιώτικη μαστίχα τούκαναν καλό.
Γιατί όχι μόνο την άφησε
εκείνο το καλοκαίρι να πα στα πανηγύρια της Βολισσού με το φουστάνι από
ζωρζέτα, αλλά το άτιμο το σκυλόδοντο λες και ξαναφύτρωσε τόσο γερά που, πολύ
αργότερα, ο οδοντογιατρός της στον Πειραιά στήριξε πάνω ολόκληρη γέφυρα.
Ο
δε Λάουλάου συνέχισε να λύνει τα οδοντιατρικά προβλήματα των συγχωριανών του
με το δικό του μοναδικό τρόπο και αφιλοκερδώς, μέχρι που ο Θεός αποφάσισε να
τον πάρει κοντά Του να ξεκουραστεί.
Θεόσχωρέστον.
Από
αφήγηση της πεθεράς μου στις 12-1-2002
Μίμης Θεοφιλίδης
|